Σὰ νὰ μὴν ἤρθαμε ποτὲ σ᾿ αὐτὴν ἐδῶ τὴ γῆ,
σὰ νὰ μένουμε ἀκόμη στὴν ἀνυπαρξία.
Σκοτάδι γύρω δίχως μία μαρμαρυγή.
Ἄνθρωποι στῶν ἄλλων μόνο τὴ φαντασία.

Ἀπὸ χαρτὶ πλασμένα κι ἀπὸ δισταγμό,
ἀνδρείκελα, στῆς Μοίρας τὰ τυφλὰ δυὸ χέρια,
χορεύουμε, δεχόμαστε τὸν ἐμπαιγμό,
ἄτονα κοιτώντας, παθητικά, τ᾿ ἀστέρια.

Μακρινὴ χώρα εἶναι γιὰ μᾶς κάθε χαρά,
ἡ ἐλπίδα κι ἡ νεότης ἔννοια ἀφηρημένη.
Ἄλλος δὲν ξέρει ὅτι βρισκόμαστε, παρὰ
ὅποιος πατάει ἐπάνω μας καθὼς διαβαίνει.

Πέρασαν τόσα χρόνια, πέρασε ὁ καιρός.
Ὤ! κι ἂν δὲν ἦταν ἡ βαθιὰ λύπη στὸ σῶμα,
ὤ! κι ἂν δὲν ἦταν στὴν ψυχὴ ὁ πραγματικὸς
πόνος μας, γιὰ νὰ λέει ὅτι ὑπάρχουμε ἀκόμα…

 καρυωτακης