“Το πρωτόπλασμα του ονείρου είναι ο πόνος του χωρισμού. Το όνειρο ζει και μετά που θάβεται στο σώμα. Βαδίζουμε στους δρόμους με χίλια πόδια και χίλια μάτια, με τρελαμένες κεραίες που συλλαμβάνουν και το παραμικρό στοιχείο και την παραμικρή ανάμνηση από το παρελθόν. Μες στο άσκοπο πηγαινέλα κοντοστεκόμαστε πού και πού, σαν επιμήκη, κολλώδη φυτά, και καταπίνουμε ολάκερες τις μπουκιές του παρελθόντος. Ανοιγόμαστε απαλά και αφηνόμαστε να πιούμε μέσα από τη νύχτα και από τους ωκεανούς του αίματος που έπνιγαν της νιότης μας τον ύπνο. Πίνουμε και πίνουμε και πίνουμε με μια δίψα ακόρεστη. Δεν είμαστε πλήρεις πλέον, αλλά ζούμε μες στα θραύσματα, κι όλα μας τα μέλη χωρίζονται με μια λεπτή, λεπτότατη μεμβράνη. Κι έτσι όταν ο στόλος κάνει ελιγμούς μες στον Ειρηνικό ωκεανό, στα μάτια σου αστράφτει όλη η σάγκα της νιότης, το όνειρο του μεγάλου δρόμου και ο ήχος των γλάρων που πετάνε και χυμάνε με απορρίμματα στα ράμφη τους’ ή είναι ο ήχος από την τρομπέτα και από τις σημαίες που κυματίζουν και τότε όλες οι γαίες του πλανήτη πλέουν μπροστά στα μάτια σου δίχως ημερομηνίες, δίχως σημασίες, να κυλάνε και στρέφονται σαν επιφάνειες τραπεζιών σε μιαν ιριδίζουσα στιλπνότητα δύναμης και δόξας. Και έρχεται η μέρα που εσύ στέκεσαι στη γέφυρα του Μπρούκλιν και κοιτάζεις κάτω τα μαύρα φουγάρα που ξερνάνε καπνό και τις κάννες των όπλων που στραφταλίζουν και κουμπιά που γυαλίζουν και τα νερά που ως δια μαγείας χωρίζονται στα δύο κάτω από την αιχμηρή, διατρητική πλώρη, και σαν πάγος και δαντέλα, σαν ρήγμα και καπνός, τα νερά ν’ αφρίζουνε πρασινωπά, ν’ αφρίζουνε γαλάζια, με μια παγερή πυράκτωση, με της σαμπάνιας τη δροσιά και με βράγχια που τσουρουφλίζονται. Και η πλώρη να σχίζει τα νερά μέσα σε μια δίχως τελειωμό μεταφορά: το βαρύ και ογκώδες σώμα του σκάφους να προχωράει ολοένα, με την πλώρη πάντα να χωρίζει τα νερά, και με το βάρος του να είναι το απροσμέτρητο βάρος του κόσμου, το βούλιαγμά του σε άγνωστες βαρομετρικές πιέσεις, σε άγνωστες γεωλογικές ρωγμές και σπηλιές όπου τα νερά κυλάνε μελωδικά και τ’ αστέρια ανατρέπονται και θνήσκουν και  χέρια απλώνονται κι αδράχνουνε κι αρπάζουν και ποτέ δεν πιάνουν, όχι, ποτέ δεν καταλαμβάνουν, μονάχα αδράχνουνε κι αρπάζουν, ενώ τ’ άστρα πεθαίνουνε και σβήνουν το ένα μετά το άλλο, μυριάδες από δαύτα, μυριάδες κόσμοι που καταβυθίζονται μέσα στην παγερή πυράκτωση, μέσα στην ερεβώδη νύχτα του πράσινου και του γαλάζιου με τον τσακισμένο πάγο και το κάψιμο της σαμπάνιας και τις τραχιές κραυγές των γλάρων, με τα ράμφη τους κατάμεστα από πεταλίδες, με τα λερά, γεμάτα σκουπίδια στόματά τους παραγεμισμένα για πάντα κάτω από τη σιωπηλή καρίνα του καραβιού.

Κοιτάς κάτω από τη γέφυρα του Μπρούκλυν και βλέπεις μια κηλίδα αφρισμένη ή μια μικρή λίμνη από βενζίνη ή μια σπασμένη σκλήθρα ή μιαν άδεια φορτηγίδα’ ο κόσμος προσπερνάει ανεστραμμένος καθώς η οδύνη και το φως καταβροχθίζουνε τα σπλάχνα, τα πλαϊνά της σάρκας να σκάνε, οι λόγχες να κεντρίζουνε τους χόνδρους, η ίδια του κορμιού η αρματωσιά να χάνεται μες στο τίποτα. Λέξεις τρελές σε διαπερνούν, λέξεις από τον κόσμο τον αρχαίο, σύμβολα και οιωνοί […] τα χέρια τα μαύρα, τα στιγματισμένα, που η λέρα τους δε φεύγει ούτε με τον θάνατο. Βαδίζεις στο δρόμο τη νύχτα […]. Βαδίζεις σ’ ένα κυκλικό κλουβί πάνω σε μετατοπιζόμενα επίπεδα, άστρα και σύγνεφα κάτω από την κυλιόμενη σκάλα, και οι τοίχοι του κλουβιού να περιστρέφονται και να μην υπάρχουν άντρες και γυναίκες δίχως ουρές και νύχια αρπακτικά, ενώ πάνω από όλα τα πράγματα να είναι γραμμένα με σίδερο και άλας υπερμαγγανικό του αλφαβήτου τα γράμματα. Βαδίζεις ολοένα, ξανά και πάλι, γύρω γύρω, σ’ ένα κυκλικό κλουβί στο ρυθμό πυρών καταιγιστικών’ το θέατρο καίγεται, και οι ηθοποιοί εξακολουθούν να λένε τις ατάκες τους’ η κύστη εκρήγνυται, τα δόντια πέφτουν αλλά του παλιάτσου ο κλαυθμός είναι σαν τον ήχο πιτυρίδας που πέφτει. Βαδίζεις τις νύχτες τις αφέγγαρες στην κοιλάδα με τους κρατήρες, στην κοιλάδα με τις σβησμένες πια πυρές και με τα ξασπρισμένα κρανία, με τα άπτερα πτηνά. Βαδίζεις, ολοένα, ξανά και πάλι, γύρω γύρω, αλλά οι πυρές είναι σβησμένες πια, στάχτη μονάχα, και το φύλο των πραγμάτων είναι κρυμμένο σ’ ενός γαντιού το δάχτυλο.

Και μετά, μια μέρα, θαρρείς και η σάρκα αιφνίδια να καταστρέφεται και το αίμα κάτω από τη σάρκα με τον αέρα να συμφύεται, ναι, άξαφνα ο κόσμος όλος βρυχάται και πάλι, και ο ίδιος ο σκελετός του κορμιού λιώνει σαν κερί. Μια τέτοια μέρα μπορεί και  να συναντήθηκες για πρώτη φορά με τον Ντοστογιέφσκι. Θυμάσαι τη μυρωδιά του τραπεζομάντιλου όπου είναι απιθωμένο το βιβλίο’ κοιτάς το ρολόι και είναι μονάχα πέντε λεπτά πριν από την αιωνιότητα’ μετράς τα αντικείμενα στο μάρμαρο του τζακιού επειδή ο ήχος των αριθμών είναι ένας ολότελα καινούριος ήχος στα χείλη σου, επειδή καθετί καινούριο και παλιό, ή καθετί αγγιγμένο και λησμονημένο είναι φωτιά και σαγήνη υπνωτική. Τώρα κάθε πόρτα του κλουβιού είναι ανοιχτή και, μ’ όποιον τρόπο και αν βαδίζεις, ακολουθείς μια γραμμή ευθεία, μια γραμμή καρφί προς την αιωνιότητα.. […].

[…] Ω βρυώδη και γλοιώδη κόσμε, ω κόσμε άτριχε και λείε, κόσμε φαγωμένε ώσπου ένα ξεφτίδι να γενείς, κάτω από ποιό φεγγάρι υπάρχεις κρύος και λαμπερός;”

 

Χ. Μίλερ, Μαύρη Άνοιξη