¨…Υπάρχει ένα σημείο πάντα που η γη με αδειάζει σε ένα κενό, που εκπίπτω πάντα εκεί στο τίποτά μου, για να μου υπενθυμίζει τη μοναχική μου φύση.  Υπάρχει πάντα αυτή η στιγμή που θα μου υπενθυμίζει πως το κενό αυτό, το κενό μέσα μου και έξω μου, η μεγάλη απουσία που νιώθω, δεν εκλείπει ποτέ και δεν θα εκλείψει ποτέ, ό,τι κι αν προσπαθήσω να καταφέρω.

Υπάρχει σίγουρα ένας παράγοντας εκεί κάπου, του οποίου ο ρόλος είναι να μου υπενθυμίζει πως όσο κι αν ξεγελάσω τον εαυτό μου, με όποια πλάνη ή έρωτα, με όποιες ελπίδες και βλέμματα, θα υπάρχει πάντα η πτώση στην καταδικασμένη μοναξιά μου. Και γνωρίζω πολύ καλά πως πλέον μπορώ άνετα να την χαρακτηρίζω έτσι, μπορώ χωρίς καμία αναστολή να πιστεύω πως είναι  ορκισμένη να μ ακολουθεί, πως έχω διανύσει ήδη πολύ μεγάλο δρόμο προσπαθώντας να της πηγαίνω κόντρα, μια ζωή, αρνούμενη πως μπορεί εμένα τελικά αυτή να είναι η φύση μου, εκεί να ανήκω και ποτέ να μη θέλω να εντάσσομαι, να μην παραδίνομαι, να παλεύω για τη συντροφικότητα ως ανάγκη μου και να σκάβω στο χώμα πάντα για τα συναισθήματα σα να είναι το νερό μου.

Εκεί λοιπόν, και μια ζωή κόντρα, ζωή εκεί με φτάνεις, εξαντλούμαι και ξαναρχίζω, απορώντας με τον εαυτό μου κάθε φορά που βγαίνει να κάνει το γύρο του “σπιτιού” για να εκπέσει πάλι και να γυρίσει στο δωμάτιό του, πάλι μόνος, παγερά μόνος. Κι είναι οι νύχτες τότε όχι συντροφιά, αλλά μαρτύριο. Και η ψυχή μου σαλεύει και το μυαλό δεν μπορεί να βάλει φρένο. Γιατί δεν εξαντλείσαι ποτέ εαυτέ μου? Θέλω επιτέλους κάποια στιγμή κι εγώ να ξεκουραστώ. Πόσο μπορεί ακόμα να αντέξεις, που πια δεν έχω δύναμη να σε σιγοντάρω και θέλω να παραδοθώ στη θλίψη μου μα δε μου το επιτρέπεις.”

Μ. Βάρρχος