“[…] Είναι γνωστό πια ότι, αν θέλεις ν’ ανταμώσεις με έναν άνθρωπο ελεύθερα, δηλαδή σα μια συναισθηματική ανάγκη, πρέπει να περάσεις μέσα από τέτοιο σκουπιδότοπο για να τον πλησιάσεις, όλον αυτόν που παράγει η κοινωνία και που τον ονομάζετε “πολιτισμό”, ώστε όταν φτάσεις στην άλλη άκρη, η μνήμη σου έχει νεκρωθεί και οι αισθήσεις σου κυριαρχούνται από τις αναθυμιάσεις των σκουπιδιών… Δηλαδή είσαι φορτωμένος με τόσα σκουπίδια, ώστε η συνάντηση είναι πια μια ανταλλαγή απορριμάτων, όπου βέβαια, ενίοτε, υπάρχουν και κάποια ψήγματα χρυσού…”

“[…] Η γλώσσα, αγαπητέ μου, όπως και το συναίσθημα και οι ευγενικές χειρονομίες, είναι τα μόνα που μας απόμειναν για να ξαναβρούμε τη φαντασία μας, τη δυνατότητα να ξαναονειρευτούμε, τη δυνατότητα της ατομικής μας ελευθερίας και ευθύνης, γι’ αυτό βάλανε και τη γλώσσα στον Προκρούστη, και από πολυσήμαντη ανθρώπινη λειτουργία προσπαθούν να τη μετατρέψουν σε απλό παραγωγικό εργαλείο. […] Έτσι η γλώσσα παύει να είναι έκρηξη, τσακμάκισμα σκέψης και συναισθήματος, παύει να είναι περιπέτεια, παύει να είναι έκφραση του φορέα της, παύει να είναι επικίνδυνη για την εξουσία και το σύστημα. Από ζωντανός οργανισμός και οργασμός, καταντάει ένας τεχνικός κώδικας διαχειριστικής συνεννόησης, αλλά χωρίς ¨νόηση¨…”

χρόνης μίσσιος (χαμογέλα, ρε … τι σου ζητάνε)