” Ποιὸς ἦταν ποὺ κρέμασε (καὶ πότε; ) πάνω ἀκριβῶς ἀπ’ τὸ τραπέζι καταμεσὶς στὸ ταβάνι, αὐτὴ τὴ μαύρη καμπάνα; – πρὶν μῆνες; πρὶν χρόνια;

Σκυμμένοι στὸ π ιάτο μας, δὲν τὴν εἴχαμε δεῖ. Ποτὲ δὲ σηκώσαμε λίγο πιὸ πάνω τὸ κεφάλι, – ποιὸς ὁ λόγος ἄλλωστε; Μά, τώρα,

τὸ ξέρουμε· εἶναι ἐκεῖ, ἀμετάθετη. Ποιὸς τάχα τὴν πρωτό ‘δε; ποιὸς μᾶς τό ‘πε

ἀφοῦ κανείς μας δὲ μιλάει ; Ἴσως , μιὰ νύχτα , ἀκολουθώντας τὸ ποτήρι, στραγγίζοντας τὴν τελευταία σταγόνα τοῦ κρασιοῦ, μέσ’ ἀπ ’ τὸ ἄδειο

θαμπωμένο ποτήρι, νὰ τὴν πῆρε τὸ μάτι μας. Σκύψαμε ἀμέσως ἀκόμη πιὸ πολύ. Πεινᾶμε, δὲν π εινᾶμε , τρῶμε· περιμένοντας πάντα,

ἀπὸ στιγμὴ σὲ στιγμή, ἕνα μεγάλο ἀόρατο χέρι νὰ χτυ π ήσει τὴν καμπάνα

ἐννέα ἢ δώδεκα φορὲς ἢ μία καὶ μόνη, ἀπέραντα μόνη, ἀπειθάρχητα μόνη, ἐνῷ, ἀπὸ μέσα μας, μετρᾶμε κιόλας, μήπως συμπέσουμε τουλάχιστον στοὺς χτύπους. ”

Γιάννης Ρίτσος Ἡ καμπάνα