Κύριε, γνωρίζω
σκαμμένους δρόμους ξανασκάβω
πριν από μένα έκυψαν βαθύτερα
πολλές εξερευνήτριες αγωνίες.
Ακλόνητη η βασιλεία του αναπόδεικτου
(μεγάλος συκοφάντης σου μα και υποστηρικτής σου).
Ψάχνω μήπως η πίστη μας σ’ εξώθησε να γευτείς
το χυμώδες αξίωμα του Υπαίτιου
για ν’ αποδυναμώσει κάπως το Ανεξήγητο.
Ενεπλάκης ή όχι στης παντοδυναμίας το ολίσθημα
πάντως μένει γραμμένο στα παμπάλαια
αυθεντικά ευαγγέλια του τρόμου μας τι αμοιβή
υπέρογκη να ζητάς για την αθανασία σου:
τη θνητότητά μας
(μεγάλος συκοφάντης σου μα και υποστηρικτής σου).
Θέλεις εσύ να είσαι ο εκβραχιστής
της σφηνωμέμης μέσα μας αγάπης
για τη ζωή που ήταν όπως λες έμπνευση δική σου.
Άραγε τι τον θες το θάνατό μας
να σου φυλάει τι, δεμένος έξω από το όνομά σου,
τι που φοβάσαι μην στο κλέψει η νόησή μας.
Με ποιό μέσον ερχόμαστε στον κόσμο
δεν φαίνεται να σε πολυσκοτίζει
το αναθέτεις σε πλανόδιες αιτίες.
Άλλους μας φέρνει ένα φιλί
στο κρύο μέτωπο της πλήξης, μερικούς
μας ξετρυπώνει ο έρωτας κρυμμένους
στα βάθη των κινδύνων του να σβήσει,
άλλων μια μνήμη είναι ο κομιστής
κι όλους μαζί θαρρείς πως μας γεννά
ο τρόμος του θανάτου.
Σκάβω μήπως δεν είσαι τόσο άθεος.
Μη στάθηκες κι εσύ πρόωρος αισιόδοξος σαν όλους:
έπλασες τον κόσμο πριν χρειαστεί να κλάψεις.
Λίγο σε αθωώνει αυτή η σκέψη.
Όπως αθωώνει προς στιγμήν το φεγγάρι
μόλις φανεί
την τόση σκοτεινότητα τριγύρω.
Σχεδόν την εξυμνεί.
ΚΙΚΗ ΔΗΜΟΥΛΑ